Αυστηρό μήνυμα ESM: Να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα – Η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις

Αυστηρό μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση έστειλε για ακόμα μία φορά ο ESM αποκλείοντας το ενδεχόμενο μείωσης του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, σενάριο το οποίο έχουν προωθήσει τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ ενόψει των εκλογών της 7ης Ιουλίου.  

Στην έκθεση για την Ελλάδα, επισημαίνει «η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα, μεταξύ των οποίων και η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% έως το 2022 αλλά και η συμμόρφωση με τους κανόνες της ΕΕ, ειδικά όσον αφορά τις δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές».

Ταυτόχρονα καλεί την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στη μείωση του αφορολόγητου ορίου σημειώνοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές πρέπει να διασφαλιστούν και όχι να αντιστραφούν. Σημειώνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση λίγες μέρες πριν τη διάλυση της Βουλής ψήφισε διάταξη για τη διατήρηση του αφορολόγητου ορίου.

Η Έκθεση του ESM είναι ιδιαίτερη αιχμηρή για τις δημοσιονομικές υπεραποδόσεις των προηγούμενων ετών. «Ενώ οι φόροι εισοδήματος ήταν εύρωστοι, οι χαμηλότερες από το προβλεπόμενο δημόσιες επενδυτικές δαπάνες, επίσης ώθησαν το υπερπλεόνασμα», αναφέρει χαρακτηριστικά, ενώ υπάρχουν και αναφορές στην ακύρωση της περικοπής των συντάξεων, που κατά τον ESM περιορίζει το δημοσιονομικό χώρο για φιλοαναπτυξιακές πολιτικές.

Στο ειδικό κεφάλαιο για την Ελλάδα που περιλαμβάνεται στην έκθεση των 132 σελίδων του ESM αναφέρεται ότι «παρά τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν κατά την διάρκεια των προγραμμάτων, η Ελλάδα αντιμετωπίζει βασικές προκλήσεις για την διασφάλιση της μακροπρόθεσμης και βιώσιμη ανάπτυξης».

Καταγράφει διεξοδικά τος «προκλήσεις στο μετά – προγραμματικό περιβάλλον» αναφέροντας ότι «τα δημόσια οικονομικά πρέπει να παραμείνουν σε βιώσιμη πορεία, ενσωματώνοντας παράλληλα πολιτικές προσανατολισμένες περισσότερο στην ανάπτυξη».

Ο ESM εξηγεί στο εν λόγω κεφάλαιο  ότι «οι ήδη εφαρμοζόμενες ή αποφασισμένες μεταρρυθμίσεις, όπως είναι η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και η μείωση των φόρων εισοδήματος σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, πρέπει να διαφυλαχθούν και να μην αντιστραφούν». Επισημαίνει μάλιστα ότι «σε περίπτωση που δικαστικές αποφάσεις ανατρέψουν βασικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι τυχόν μόνιμες δημοσιονομικές επιπτώσεις θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε μεγάλο βαθμό από μεταρρυθμίσεις εντός του ίδιου τομέα πολιτικής».

Αναφέρει επίσης ότι «απαιτούνται περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την τόνωση της παραγωγικότητας και για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, συμπληρώνοντας την αναπτυξιακή  στρατηγική της χώρας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις προκειμένου να καταστεί το οικονομικό περιβάλλον περισσότερο φιλικό προς τις επιχειρήσεις, να μειωθεί ο χρόνος που απαιτείται για την επίλυση των νομικών διαφορών, να βελτιωθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, διατηρώντας ταυτόχρονα το σημερινό της μέγεθος, αλλά και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της διοίκησης των κρατικών επιχειρήσεων. Αυτές οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τις ιδιωτικοποιήσεις και με την καλύτερη διαχείριση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων, είναι κρίσιμες για την προσέλκυση ξένων και εγχώριων επενδύσεων και για την ενίσχυση της μελλοντικής ανάπτυξης. Επιπλέον, η Ελλάδα πρέπει να στηρίξει τις προσπάθειες των τραπεζών με μια ολοκληρωμένη στρατηγική μείωσης των NPLs με βελτιωμένο νομοθετικό πλαίσιο, που θα βοηθήσει τις ελληνικές τράπεζες να δανείσουν στην οικονομία και να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη».

Για την πορεία της οικονομίας επισημαίνεται ότι συνεχίζεται η ανάκαμψη και η Ελλάδα «υπερέβη τον δημοσιονομικό στόχο για τέταρτη συνεχή χρονιά». Ωστόσο, «για να εξασφαλίσει τα οφέλη σε οικονομικό και σε δημοσιονομικό επίπεδο καθώς και για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της αγοράς, η Ελλάδα πρέπει να εδραιώσει και να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια του προγράμματος (μνημονίου)».

Στην έκδοση περιλαμβάνεται και δήλωση από τον ΥΠΟΙΚ Ευκλείδη Τσακαλώτο με το ρόλο του ως μέλος του ΔΣ του ESM. Αναφέρει ότι «για να ενισχύσουμε το ευρώ πρέπει να ενισχύσουμε την ευρωζώνη. Επομένως, προτού βάλουμε το κάρο μπροστά στο άλογο, πρέπει να προχωρήσουμε με ταχύτερο ρυθμό, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της τραπεζικής ενοποίησης, δημιουργώντας ένα μηχανισμό αντιμετώπισης των περιφερειακών ανισοτήτων και πολλά άλλα».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ