Ράνια Αικατερινάρη: Η κεντρική διαχείριση της δημόσιας περιουσίας φέρνει αποτελέσματα

Τη δύσκολη αποστολή της αναδιοργάνωσης αρκετών δημοσίων επιχειρήσεων, ορισμένες εκ των οποίων λειτουργούν επί σειρά ετών με στρεβλώσεις, παράγοντας υψηλά ελλείμματα και δίχως να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητές τους, συνεχίζει η διοίκηση της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ), το γνωστό Υπερταμείο, έχοντας πλέον ξεπεράσει τις λεγόμενες «παιδικές ασθένειες».

Στις προοπτικές, τον ρόλο, αλλά και τις δράσεις που θα αναπτύξει έως το τέλος του 2019 και το 2020 αναφέρθηκε σε συνέντευξη που παραχώρησε στη «Ναυτεμπορίκη» και στον Φάνη Ζώη η κ. Ρανία Αικατερινάρη, διευθύνουσα σύμβουλος της ΕΕΣΥΠ. Σε μια χειμαρρώδη συνέντευξη, η κ. Αικατερινάρη άφησε να εννοηθεί ότι το Υπερταμείο δεν θα διστάσει να αναλάβει και τον ρόλο του διαιτητή, θέτοντας σε εφαρμογή συγκεκριμένο πλαίσιο συνεννόησης και συνεργασίας Δημοσίων Επιχειρήσεων (όπως ΟΑΣΑ, ΕΛΤΑ κ.ά.) και Κράτους.

Η μεγαλύτερη εταιρεία της χώρας με 4 θυγατρικές που όλες μαζί ελέγχουν και διαχειρίζονται ολόκληρη την κρατική περιουσία, τα ακίνητα του Δημοσίου, δεκάδες ΔΕΚΟ που απασχολούν δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους, αλλά ακόμα και το νερό και το ρεύμα, στοχεύει σε άμεσα και έμμεσα οφέλη. Προσδιορίζοντας τα οφέλη αυτά, η κ. Αικατερινάρη ανέφερε: «Τα άμεσα οφέλη αφορούν απευθείας τόνωση των χρηματοροών προς το Δημόσιο, μέσω της αύξησης των μερισμάτων για παράδειγμα, ή της δημιουργίας εσόδων από αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων ή και την εξασφάλιση της διοχέτευσης επιδοτήσεων μόνο για εκεί που χρειάζονται. Τα έμμεσα οφέλη είναι ακόμη περισσότερα και σχετίζονται με την κινητοποίηση επενδύσεων, με την αλλαγή του γενικότερου οικονομικού κλίματος, τη διαφάνεια και υπεύθυνη διοίκηση, την απλοποίηση των διαδικασιών και ψηφιοποίηση, κ.ά.».

Μάλιστα, όπως μας αποκάλυψε, μετά την ΕΤΑΔ σειρά για ψηφιακή αποτύπωση της περιουσίας της παίρνει η ΓΑΙΑΟΣΕ. Κάτι που θα επιτρέψει τον υπολογισμό της εύλογης αξίας της περιουσίας του ΟΣΕ και θα βοηθήσει στο να δημιουργηθούν οι σωστές προσδοκίες αξιοποίησης.

Συγκεκριμένα, η διευθύνουσα σύμβουλος της ΕΕΣΥΠ ανέφερε:

Σε ποιο μοντέλο βασίστηκε η ΕΕΣΥΠ;

«Το μοντέλο λειτουργίας της ΕΕΣΥΠ βασίστηκε στο παράδειγμα άλλων χωρών, οι οποίες, προκειμένου να επιτύχουν μία πιο επαγγελματική διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων, ανέθεσαν τη διαχείρισή τους σε μία δημόσια εταιρεία συμμετοχών (Public Sector Holding – PSH).

Με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται ο διαχωρισμός μεταξύ των αρμοδιοτήτων του μετόχου και του ρυθμιστή, που διαχρονικά προτείνεται από τον ΟΟΣΑ: η εταιρεία συμμετοχών ασκεί τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες του μετόχου και το κράτος αναλαμβάνει τον ρόλο του ρυθμιστή. 

Θέτοντας σε εφαρμογή αυτόν τον διαχωρισμό, δημιουργούνται ταυτόχρονα και οι κατάλληλες γέφυρες επικοινωνίας, προκειμένου η holding εταιρεία να λαμβάνει ένα συγκεκριμένο mandate το οποίο καλείται να επιτύχει.

Αυτό σημαίνει πρώτα από όλα ότι η ΕΕΣΥΠ καλείται να καταγράψει και να αποτιμήσει τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία που της μεταβιβάζονται. Αυτό θα επιτρέψει στο κράτος να μάθει τι ακριβώς κατέχει, με μία προσέγγιση ισολογισμού και αποτύπωσης αξίας των περιουσιακών του στοιχείων».

Αυτό, τι δυνατότητες δίνει στο κράτος;

«Αφενός να μπορεί να αποφασίζει καλύτερα για τη δημοσιονομική του πολιτική (τι αναμένει ως έσοδα και τι πρέπει να δαπανήσει σε επιδοτήσεις) και αφετέρου να αποφασίζει ποια περιουσιακά στοιχεία θέλει να αξιοποιήσει εμπορικά μέσω ιδιωτικοποιήσεων ή άλλων σχημάτων, και ποια περιουσιακά στοιχεία είναι στρατηγικού ή εθνικού ή δημόσιου ενδιαφέροντος και ως εκ τούτου θα πρέπει να παραμείνουν υπό δημόσιο έλεγχο και τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων, λόγω παροχής κοινωνικών υπηρεσιών (Υπηρεσίες Δημόσιου Οικονομικού Ενδιαφέροντος), επιδοτούνται».

Άρα η ΕΕΣΥΠ μπορεί να βοηθήσει και έχει βοηθήσει;

«Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι τα οφέλη από την κεντρικοποιημένη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας της χώρας μπορεί να είναι πολλαπλά, καθώς ένας οργανισμός που αναλαμβάνει τον κεντρικό συντονισμό και διαθέτοντας και το σχετικό κρίσιμο μέγεθος, μπορεί να επηρεάσει μεγέθη όπως η απασχόληση, οι άμεσες ξένες επενδύσεις και άλλα, κινητοποιώντας εργαλεία όπως οι ιδιωτικοποιήσεις, οι συμπράξεις ιδιωτικού και δημόσιου τομέα κ.λπ., αλλά και εργαλεία επαγγελματικής διαχείρισης στα πρότυπα του ιδιωτικού τομέα, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω».

Ποιες είναι οι δράσεις που έχει προχωρήσει η ΕΕΣΥΠ για τις Δημόσιες Επιχειρήσεις που έχει υπό τον έλεγχό της;

«Η ΕΕΣΥΠ, παρότι είναι ένας οργανισμός ο οποίος συστήθηκε στις αρχές του 2017 και το 2018 απέκτησε συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο (σημειώνεται ότι οι Δημόσιες Επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν στην ΕΕΣΥΠ κατά την πλειοψηφία τους την 01.01.2018), έχει ήδη προχωρήσει σε συγκεκριμένες δράσεις για αυτές, όπως για παράδειγμα:

* Στη βελτίωση του γενικότερου πλαισίου διακυβέρνησης των δημοσίων επιχειρήσεων, εισάγοντας νέες πολιτικές οι οποίες μεταδίδονται στις διοικήσεις και τα στελέχη των εταιρειών μέσω workshops και συγκεκριμένου εκπαιδευτικού υλικού το οποίο η ΕΕΣΥΠ παράγει.

* Στη βελτίωση του επιπέδου χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, κατευθύνοντας τις εταιρείες αυτές στη χρήση των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ), και ενός συγκεκριμένου πλαισίου αναφορών. Για πρώτη φορά ενοποιήθηκαν οικονομικά στοιχεία 15 δημόσιων επιχειρήσεων, ορισμένες από τις οποίες ενοποιούν με τη σειρά τους δικές τους θυγατρικές.

* Στη θέσπιση συγκεκριμένου πλαισίου στοχοθεσίας για τις θυγατρικές της, με τη χρήση Δεικτών Απόδοσης – KPIs.

* Στην προτεραιοποίηση των επενδύσεων, μέσω της αναζήτησης πηγών χρηματοδότησης είτε από διαρθρωτικά ταμεία με τη συνεργασία του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, είτε από άλλους θεσμικούς φορείς όπως η ΕΤΕπ.

* Στην εκκίνηση προγράμματος ψηφιακού μετασχηματισμού τόσο για την κάθε εταιρεία ξεχωριστά, όσο και συνδυαστικά σε ορισμένες περιπτώσεις όπου αυτό είναι εφικτό.

* Στη θέση σε εφαρμογή συγκεκριμένου πλαισίου συνεννόησης και συνεργασίας μεταξύ της ΕΕΣΥΠ, των Δημόσιων Επιχειρήσεων και του Κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εφαρμογή του στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθήνας (ΟΑΣΑ), στον οποίο έχει ανατεθεί η εκπλήρωση συγκεκριμένου μεταφορικού έργου στο πλαίσιο συγκεκριμένων κοινωνικών πολιτικών, όπως ισχύει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες: η εταιρεία καλείται να μετακινεί δωρεάν, ή με μειωμένο κόμιστρο, συγκεκριμένους πληθυσμούς πολιτών, όπως για παράδειγμα τους ανέργους, ΑΜΕΑ, τους άνω των 65 ετών, κ.ά. Για αυτές τις αναθέσεις, η ΕΕΣΥΠ συντονίζει ενέργειες μεταξύ του ΟΑΣΑ, της ίδιας και των υπουργείων».

Με τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας σε τι κινήσεις έχετε προχωρήσει;

«Άξιο ειδικής αναφοράς αποτελεί το θέμα της διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, μέρος της οποίας ανήκει στην Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ). Δυστυχώς, η ποιότητα των δεδομένων στην Ελλάδα είναι κακή ή και ελλιπής, ενώ η κατάσταση δυσχεραίνεται και από εξωγενείς παράγοντες, λόγου χάρη από την καθυστέρηση ολοκλήρωσης του κτηματολογίου για δεκαετίες. Βέβαια για να είμαστε ειλικρινείς, στις περισσότερες χώρες η ακίνητη περιουσία του Δημοσίου είναι κάτι που δεν είναι προφανές ότι μπορεί να αποτελέσει εργαλείο αξιοποίησης και ανάπτυξης, αφού μόνο ένα μέρος της είναι καταγεγραμμένο».

Σε ποιο στάδιο βρίσκεται τώρα;

«Αποτελεί υποχρέωση και προτεραιότητα να καταγραφεί η ακίνητη περιουσία του Δημοσίου που έχει μεταφερθεί στην ΕΤΑΔ, προκειμένου στη συνέχεια να εφαρμόσει για αυτήν μία ολιστική στρατηγική αξιοποίησης, με βάση και τα χαρακτηριστικά της κάθε κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων. Και βέβαια πάντα μιλούμε για ακίνητα που μπορούν να αξιοποιηθούν εμπορικά και δεν εμπίπτουν σε εξαιρέσεις. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι από το 2017 και μέχρι το τέλος του 2018 η ΕΤΑΔ έχει ταυτοποιήσεις περισσότερα από 2.500 από τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, σε αντίθεση με τα 900 περίπου τακτοποιημένα ακίνητα μέχρι και το 2016, μισής περίπου αξίας, με αποτέλεσμα σήμερα η αξία τους να προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ».

Ποια είναι τα επόμενα βήματα;

«Σημαντικό βήμα είναι και η αποτύπωση των ακινήτων αυτών σε ενιαίο γεωγραφικό πληροφοριακό σύστημα (GIS), κάτι που η ΕΤΑΔ έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή. Αντίστοιχη πρωτοβουλία συντονίζει η ΕΕΣΥΠ και μέσω της ΓΑΙΑΟΣΕ, με σκοπό την αποτύπωση της ακίνητης περιουσίας των λοιπών θυγατρικών της, συνδυαστικά με τα δίκτυα που αυτές διαχειρίζονται. Έτσι, για πρώτη φορά θα υπάρξει μία ψηφιακή αποτύπωση της περιουσίας μεγάλων οργανισμών που θα επιτρέψει τον υπολογισμό της εύλογης αξίας τους και θα βοηθήσει στο να δημιουργηθούν οι σωστές προσδοκίες αξιοποίησης».

Πηγη: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ