ΔΕΔΔΗΕ: Ρευματοκλοπή δείχνουν οι μισοί έλεγχοι στους μετρητές – 450 εκατ. ευρώ το κόστος ετησίως

Στη διαπίστωση ρευματοκλοπής καταλήγει ένας στους δύο στοχευμένους ελέγχους που διενεργεί ο ΔΕΔΔΗΕ, κάτι που αποκαλύπτει το μέγεθος των οικονομικών απωλειών στο ηλεκτρικό σύστημα και την επιβάρυνση του συνόλου των καταναλωτών με 450 εκατ. το χρόνο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο το ποσοστό της ρευματοκλοπής επί του συνόλου της ενέργειας που καταναλώνεται αυξήθηκε από 1,1 % το 2012-2013 σε 4,5% – 5 % την περίοδο του κορωνοϊού και έφτασαν σε 5,6 % την εποχή της ενεργειακής κρίσης.

Την εικόνα του οργανισμού που επιχειρεί ταυτόχρονα να περιορίσει τις απώλειες, να καλύψει το επενδυτικό έλλειμμα της προηγούμενης δεκαετίας και να περάσει στη νέα ψηφιακή εποχή των έξυπνων μετρητών παρουσίασε την Παρασκευή ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος συνοδευόμενος από τον CEO του ΔΕΔΔΗΕ Αναστάσιο Μάνο.

Ο κ. Τσάφος και η διοίκηση του ΔΕΔΔΗΕ ξεκαθάρισαν ότι η ρευματοκλοπή δεν ταυτίζεται με την αδυναμία εξόφλησης ενός λογαριασμού. Όπως τόνισαν, πρόκειται για μια πραγματική παρέμβαση στον μετρητή ή στην ηλεκτρική εγκατάσταση, με στόχο να μην καταγράφεται το σύνολο ή μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται. «Η ρευματοκλοπή δεν είναι “δεν μπορώ να πληρώσω”. Είναι παρέμβαση στον μετρητή και είναι έγκλημα» ανέφεραν χαρακτηριστικά κατά την παρουσίαση.

Η πιστοποίηση μιας υπόθεσης είναι ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία. Σύμφωνα με τον ΔΕΔΔΗΕ, απαιτούνται περίπου 17 διαφορετικά στάδια ελέγχου και τεκμηρίωσης προκειμένου να βεβαιωθεί μία ρευματοκλοπή, ενώ η μη τήρηση ακόμη και ενός από τα προβλεπόμενα στάδια μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων. Ο υφυπουργός αναγνώρισε ότι υπήρξαν αστοχίες στη διαδικασία, οι οποίες όμως αφορούν μικρό ποσοστό των υποθέσεων, περίπου 3%-4% του συνόλου.

Όπως τόνισε, περίπου οι μισοί από τους στοχευμένους ελέγχους του ΔΕΔΔΗΕ καταλήγουν τελικά στη διαπίστωση πραγματικής ρευματοκλοπής, γεγονός που, σύμφωνα με τη διοίκηση του Διαχειριστή, αποδεικνύει ότι οι έλεγχοι βασίζονται σε συγκεκριμένες ενδείξεις, ανάλυση δεδομένων και εργαλεία εντοπισμού ύποπτων καταναλώσεων.

Η οικονομική διάσταση του προβλήματος αποτυπώνεται στα στοιχεία για τις συνολικές απώλειες του δικτύου. Ο ΔΕΔΔΗΕ διαχειρίζεται περίπου 40 εκατομμύρια μεγαβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως και, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσιάστηκαν, μείωση των απωλειών κατά μία ποσοστιαία μονάδα αντιστοιχεί σε περίπου 400 γιγαβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας. Με μια ενδεικτική αποτίμηση της τάξης των 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα, το οικονομικό όφελος από τη μείωση των απωλειών κατά μία ποσοστιαία μονάδα προσεγγίζει τα 80 εκατ. ευρώ ετησίως. Τα διαθέσιμα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ δείχνουν ότι οι συνολικές απώλειες του δικτύου -τεχνικές και μη- μειώθηκαν από 10,8% το 2024 σε 10,4% το 2025, με στόχο να περιοριστούν στο 10% το 2026. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι απώλειες του 2022 και 2023 έφτασαν το 11,2% και 11,4%.

Υπολογίζεται ότι οι ρευματοκλοπές επιβαρύνουν τους συνεπείς καταναλωτές με κόστος που υπερβαίνει τα 450 εκατ. ευρώ ετησίως, ή περίπου 60 ευρώ τον χρόνο ανά καταναλωτή. Σύμφωνα με τον ΔΕΔΔΗΕ, οι ρευματοκλοπές εμφανίζουν ήδη σημάδια βελτίωσης, εκτιμώντας ότι με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης των έξυπνων μετρητών θα μειωθούν κατά περίπου 40%. Πρόκειται για έναν συντηρητικό στόχο, σύμφωνα με τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, η οποία στην πρόσφατη απόφαση για το Επιτρεπόμενο Έσοδο του ΔΕΔΔΗΕ, επισημαίνει ότι η λειτουργία των νέων μετρητών και η συστηματοποίηση των μετρήσεων θα πρέπει να οδηγήσουν ουσιαστικά στον μηδενισμό των μη τεχνικών απωλειών που συνδέονται με τις ρευματοκλοπές. Ο ΔΕΔΔΗΕ προβλέπει ετήσια μείωση των απωλειών μέχρι το 2030 που θα γίνει το rollout των μετρητών κατά 2,5%.

Η μάχη κατά των ρευματοκλοπών εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο πρόγραμμα αναβάθμισης του δικτύου. Όπως ανέφερε ο κ. Τσάφος, ο ΔΕΔΔΗΕ λειτούργησε επί περίπου μία δεκαετία με σημαντική υποεπένδυση. Οι ετήσιες επενδύσεις του Διαχειριστή κινούνταν τα προηγούμενα χρόνια στα επίπεδα των 500-525 εκατ. ευρώ, ενώ σήμερα προσεγγίζουν τα 800 εκατ. ευρώ ετησίως. Το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα του ΔΕΔΔΗΕ φθάνει πλέον τα 2,8 δισ. ευρώ.

Ο αναβαθμισμένος ρόλος του Διαχειριστή αποτυπώνεται και στη συμβολή του στην ενεργειακή μετάβαση. Περίπου το 50% της εγκατεστημένης ισχύος Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στη χώρα συνδέεται στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ. Η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ που συνδέεται στο δίκτυο έχει αυξηθεί από περίπου 4 GW το 2019 σε περίπου 9 GW σήμερα και οδεύει προς τα 10 GW.
Οι συνδέσεις παραγωγών αυξήθηκαν από περίπου 56.000 σε 99.000, ενώ μόνο μέσα σε έναν χρόνο προστέθηκαν περίπου 17.000 νέοι παραγωγοί, καταδεικνύοντας την αυξανόμενη επιχειρησιακή πίεση που καλείται να διαχειριστεί ο Διαχειριστής.

Σημαντική επιτάχυνση καταγράφεται και στις υπογειοποιήσεις του δικτύου. Μέχρι το 2019 ο ΔΕΔΔΗΕ υπογειοποιούσε περίπου 250 χιλιόμετρα δικτύου τον χρόνο. Για το 2025 οι υπογειοποιήσεις εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 1.700 χιλιόμετρα, δηλαδή σχεδόν επτά φορές περισσότερα, εκ των οποίων περίπου 400-500 χιλιόμετρα αφορούν δασικές περιοχές. Αντίστοιχα σημαντική είναι και η βελτίωση στους χρόνους σύνδεσης νέων παροχών. Ο μέσος χρόνος που απαιτούνταν για μια νέα σύνδεση στο δίκτυο το 2021 ανερχόταν στις 145 ημέρες. Σήμερα έχει περιοριστεί στις 77 ημέρες, καταγράφοντας μείωση 50% σε σχέση με το 2021. Ο υπουργός επισήμανε ότι δεν είναι ικανοποιητικός ούτε αυτός ο χρόνος, αποτελεί όμως ένα σαφές δείγμα βελτίωσης. Όπως αναφέρθηκε οι διαδικασίες αδειοδότησης (εκτός ελέγχου ΔΕΔΔΗΕ) αποτελούν τον πλέον κρίσιμο παράγοντα για περαιτέρω επιτάχυνση.

Το μεγάλο στοίχημα των έξυπνων μετρητών

Η μεγαλύτερη αλλαγή συντελείται στον τομέα της ψηφιοποίησης του δικτύου. Το 2017 υπήρχαν σε ολόκληρη τη χώρα μόλις 5.600 έξυπνοι μετρητές, σε ένα σύστημα που εξυπηρετεί περίπου 7,7 εκατομμύρια καταναλωτές. Σήμερα το έργο προχωρεί με εντατικούς ρυθμούς παρότι, όπως ανέφερε ο κ. Μάνος, η καθυστέρηση που προκάλεσαν οι προσφυγές και ενστάσεις στον διαγωνισμό είχε σημαντικό οικονομικό κόστος. Όπως υποστήριξε, η αναβολή του έργου στέρησε από το ηλεκτρικό σύστημα οφέλη ύψους 300-400 εκατ. ευρώ ετησίως, κάτι που μεταφράζεται σε συνολική για την ελληνική οικονομία απώλεια σχεδόν 1 δισ. ευρώ. Σήμερα εγκαθίστανται περίπου 1,3 εκατομμύρια έξυπνοι μετρητές ετησίως, ενώ έχουν ήδη εγκατασταθεί περίπου 1,4 εκατομμύρια και ο στόχος είναι να φθάσουν τα 2,4 εκατομμύρια έως το 2026.

Παρότι οι νέοι μετρητές δεν καλύπτουν ακόμη την πλειονότητα των καταναλωτών, αντιστοιχούν ήδη περίπου στα δύο τρίτα της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, καθώς εγκαθίστανται κατά προτεραιότητα σε μεγάλους καταναλωτές. Με βάση το επικαιροποιημένο πλάνο του ΔΕΔΔΗΕ, οι έξυπνοι μετρητές θα αυξηθούν από περίπου 2,37 εκατ. στο τέλος του 2026 σε 3,71 εκατ. το 2027, 5,05 εκατ. το 2028 και 6,37 εκατ. το 2029, για να φτάσουν τα 7,7 εκατ. το 2030, καλύπτοντας το σύνολο των παροχών ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Σχετικά με τους περίπου 300.000 «έξυπνους» μετρητές προηγούμενης γενιάς, οι οποίοι δεν παρέχουν δυνατότητα καταγραφής δεδομένων ανά 15 λεπτά, ο επικεφαλής του ΔΕΔΔΗΕ επισήμανε ότι η προμήθειά τους είχε γίνει πριν από την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 944/2019 και ότι ανταποκρίνονταν πλήρως στα τότε ισχύοντα τεχνικά πρότυπα. Όπως διευκρίνισε, οι συγκεκριμένοι μετρητές μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν νόμιμα έως το 2031, ενώ για ορισμένες κατηγορίες ο προβλεπόμενος κύκλος ζωής τους εκτείνεται έως τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

Ταυτόχρονα, με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξη των δυναμικών «πορτοκαλί» τιμολογίων, ο ΔΕΔΔΗΕ προχωρά στην προμήθεια 2,3 εκατομμυρίων συσκευών H1 Dongle. Αυτός ο εξοπλισμός επιτρέπει στους καταναλωτές να παρακολουθούν σχεδόν σε πραγματικό χρόνο την κατανάλωσή τους. Σύμφωνα με τη διοίκηση του Διαχειριστή, η εγκατάσταση των συσκευών θα επικεντρωθεί κυρίως σε παροχές με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες.

Παράλληλα με το πρόγραμμα των έξυπνων μετρητών, ο ΔΕΔΔΗΕ ολοκλήρωσε το νέο σύστημα διαχείρισης δεδομένων μετρητών (Meter Data Management System), το οποίο συγκεντρώνει και επεξεργάζεται τα data κατανάλωσης, ενώ περίπου το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται σήμερα στο δίκτυο υποστηρίζεται ήδη από δυνατότητα τηλεμέτρησης.

Η ψηφιοποίηση του δικτύου δεν αφορά μόνο τις ρευματοκλοπές, αλλά διαμορφώνει ένα εντελώς νέο μοντέλο λειτουργίας του ΔΕΔΔΗΕ, επιτρέποντας στον Διαχειριστή να διαθέτει σε πραγματικό χρόνο εικόνα της κατάστασης του δικτύου ακόμη και σε συνθήκες κρίσης. «Όταν για παράδειγμα ξεσπά μια φωτιά, μπορούμε κατευθείαν να ξέρουμε πόσα άτομα επηρεάζονται, με μεγάλη λεπτομέρεια, σε συγκεκριμένες περιοχές και πόσο διάστημα είναι χωρίς ρεύμα. Και όλο αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό ψηφιοποίησης του δικτύου» ανέφερε χαρακτηριστικά ο υφυπουργός. Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει στον Διαχειριστή να εντοπίζει άμεσα βλάβες, να κατευθύνει αποτελεσματικότερα τα συνεργεία αποκατάστασης και να διαχειρίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια τις διακοπές ηλεκτροδότησης.