Μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις απάτης στον ΦΠΑ που έχουν αποκαλυφθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα βρίσκεται στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), η οποία προχώρησε σε συντονισμένες έρευνες σε Αττική και Καστοριά, αποκαλύπτοντας ένα εκτεταμένο διεθνές δίκτυο εταιρειών που φέρεται να εξαπατούσε το ελληνικό Δημόσιο και τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εκτιμώμενη ζημία από τη δράση του κυκλώματος αγγίζει τα 46,9 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η επιχείρηση των Αρχών σηματοδότησε και ένα νέο κεφάλαιο στις οικονομικές έρευνες, καθώς για πρώτη φορά στην Ελλάδα δεσμεύθηκαν κρυπτονομίσματα αξίας περίπου 900.000 ευρώ.
Έρευνα σε Ελλάδα και εξωτερικό
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα, έπειτα από πολύμηνη έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία ξεκίνησε πριν από περίπου έναν χρόνο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, στο επίκεντρο βρίσκεται ένα περίπλοκο δίκτυο εταιρειών με έδρα την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Κύπρο και την Τσεχία, οι οποίες φέρονται να χρησιμοποιούνταν για το διασυνοριακό εμπόριο μικρών ηλεκτρονικών ειδών, με στόχο τη συστηματική απάτη στον ΦΠΑ και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Πώς λειτουργούσε η απάτη τύπου «καρουσέλ»
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το κύκλωμα αξιοποιούσε το γνωστό σύστημα απάτης τύπου «καρουσέλ», το οποίο εκμεταλλεύεται το ειδικό καθεστώς απαλλαγής από τον ΦΠΑ στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
Η μέθοδος βασίζεται στη δημιουργία αλυσίδας εταιρειών, γνωστών ως «missing traders» ή «εξαφανισμένοι έμποροι», οι οποίες πραγματοποιούν εικονικές ή πραγματικές διασυνοριακές συναλλαγές χωρίς όμως να αποδίδουν ποτέ τον αναλογούντα ΦΠΑ.
Στη συνέχεια, άλλες εταιρείες του ίδιου κυκλώματος ζητούν επιστροφές φόρου που ουσιαστικά δεν έχει καταβληθεί ποτέ, προκαλώντας τεράστια οικονομική ζημία στα δημόσια ταμεία.
Οι αρχές εκτιμούν ότι το συγκεκριμένο κύκλωμα έδρασε από το 2021 έως το 2025, διακινώντας ηλεκτρονικά είδη τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ζημία άνω των 46 εκατ. ευρώ
Με βάση τα έως τώρα στοιχεία της έρευνας, οι απώλειες για το ελληνικό Δημόσιο και τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό από μη καταβληθέντα ΦΠΑ υπολογίζονται σε τουλάχιστον 46,9 εκατομμύρια ευρώ.
Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν ενδείξεις ότι επιπλέον 24,2 εκατομμύρια ευρώ ΦΠΑ είτε δεν αποδόθηκαν ποτέ είτε δηλώθηκαν ανακριβώς, στοιχείο που διευρύνει σημαντικά το εύρος της υπόθεσης.
Κατασχέσεις μετρητών, πολυτελών αυτοκινήτων και ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων
Κατά τη διάρκεια των ερευνών, οι αρχές προχώρησαν στην κατάσχεση:
- μεγάλου όγκου λογιστικών βιβλίων και εγγράφων,
- ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων,
- 99.000 ευρώ σε μετρητά,
- τριών πολυτελών αυτοκινήτων.
Ωστόσο, το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η δέσμευση κρυπτονομισμάτων αξίας περίπου 900.000 ευρώ, καθώς και άλλων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων συνολικής αξίας περίπου 4,5 εκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, πρόκειται για τη μεγαλύτερη δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, η οποία κατέστη δυνατή μέσω προηγμένων τεχνικών ψηφιακής εγκληματολογικής ανάλυσης και εξειδικευμένων ερευνών στον χώρο των κρυπτονομισμάτων.
Δεσμεύτηκαν και ακίνητα
Η επιχείρηση επεκτάθηκε και στην ακίνητη περιουσία των εμπλεκομένων.
Οι αρμόδιες αρχές εξέδωσαν εντολές δέσμευσης για 88 ακίνητα, συνολικής εκτιμώμενης αξίας άνω των 4,5 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ δεσμεύθηκαν και πολλοί τραπεζικοί λογαριασμοί τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σημαντική ήταν και η συνδρομή της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, η οποία συνέβαλε στον εντοπισμό και τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εκτός ελληνικών συνόρων.
Νέα εποχή στις οικονομικές έρευνες
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει τη διαρκώς αυξανόμενη χρήση των κρυπτονομισμάτων ως μέσου μεταφοράς και απόκρυψης παράνομων εσόδων, αλλά και την ανάγκη ενίσχυσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με εξειδικευμένο προσωπικό και σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία.
Η δυνατότητα εντοπισμού και δέσμευσης ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων θεωρείται πλέον κρίσιμο όπλο στη μάχη κατά της οικονομικής εγκληματικότητας, καθώς επιτρέπει στις αρχές όχι μόνο να αποκαλύπτουν πολύπλοκα δίκτυα φοροδιαφυγής, αλλά και να ανακτούν σημαντικά ποσά που διαφορετικά θα χάνονταν από τα δημόσια ταμεία.
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνεχίζεται, ενώ δεν αποκλείεται να προκύψουν νέες διώξεις και αποκαλύψεις καθώς εξετάζεται το πλήρες εύρος της δράσης του κυκλώματος.













