Ηλεκτροσόκ στην αγορά ρεύματος: Στα 167,55 ευρώ η μεγαβατώρα με άνοδο 53%

Η επιστροφή των αδειούχων και η αυξημένη κατανάλωση εκτόξευσαν τη χονδρεμπορική τιμή – Γιατί δεν συγκράτησε το κόστος η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ και πώς επηρεάζει την αγορά το ακριβό φυσικό αέριο

Με απότομη αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος αρχίζει η νέα εβδομάδα, καθώς η εγχώρια χονδρεμπορική αγορά επιστρέφει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Για σήμερα, Δευτέρα 24 Αυγούστου, η μέση τιμή της μεγαβατώρας διαμορφώνεται στα 167,55 ευρώ, καταγράφοντας ημερήσιο «άλμα» κατά 53,09%.

Η εξέλιξη έρχεται μετά την προσωρινή αποκλιμάκωση του Σαββατοκύριακου. Την Κυριακή η τιμή είχε υποχωρήσει στα 109,45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, μειωμένη κατά 12,52%, ενώ το Σάββατο είχε διαμορφωθεί στα 125,11 ευρώ. Την Παρασκευή είχε φτάσει στα 162,73 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο που αποτέλεσε το υψηλότερο της προηγούμενης εβδομάδας.

Η μεγάλη ημερήσια μεταβολή συνδέεται εν μέρει με τη συνηθισμένη εικόνα της αγοράς: χαμηλότερη ζήτηση και τιμές το Σαββατοκύριακο και ισχυρή επαναφορά της κατανάλωσης από τη Δευτέρα. Αυτή τη φορά, όμως, η επιστροφή μεγάλου αριθμού αδειούχων στα αστικά κέντρα ενίσχυσε περισσότερο τις ενεργειακές ανάγκες, οδηγώντας τη χονδρεμπορική αγορά σε απότομη άνοδο.

Από τα 83 στα 265 ευρώ μέσα στην ίδια ημέρα

Το εύρος των τιμών κατά τη διάρκεια της ημέρας αποτυπώνει την έντονη μεταβλητότητα που επικρατεί στην αγορά. Η χαμηλότερη τιμή διαμορφώνεται στα 83,44 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η ανώτατη φτάνει στα 265,30 ευρώ.

Οι χαμηλότερες τιμές εμφανίζονται κυρίως από αργά το πρωί έως το απόγευμα, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών και των υπόλοιπων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της. Αντίθετα, τις ώρες κατά τις οποίες μειώνεται η ηλιακή παραγωγή και η ζήτηση παραμένει αυξημένη, ενεργοποιούνται ακριβότερες μονάδες, ανεβάζοντας σημαντικά την οριακή τιμή του συστήματος.

Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην κατώτερη και την ανώτερη τιμή δείχνει ότι η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ δεν εξασφαλίζει από μόνη της χαμηλό ημερήσιο μέσο κόστος. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η ώρα κατά την οποία παράγεται η πράσινη ενέργεια, το ύψος της ζήτησης, η επάρκεια των διασυνδέσεων και η δυνατότητα αποθήκευσης της πλεονάζουσας παραγωγής.

Πρώτες οι ΑΠΕ, αλλά η τιμή εκτοξεύθηκε

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καλύπτουν το 52,63% του ενεργειακού μίγματος, καταλαμβάνοντας με διαφορά την πρώτη θέση. Ακολουθεί το φυσικό αέριο με συμμετοχή 27,77%, ενώ οι εισαγωγές καλύπτουν το 7,49%, τα υδροηλεκτρικά το 5,97%, ο λιγνίτης το 5,52% και η αποθήκευση μόλις το 0,63%.

Παρά το υψηλό ποσοστό των ΑΠΕ, η μέση χονδρεμπορική τιμή κινείται έντονα ανοδικά. Το γεγονός αυτό οφείλεται στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς την τελική τιμή κάθε χρονικής περιόδου επηρεάζει η ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση.

Όταν η παραγωγή των ΑΠΕ υποχωρεί και οι ανάγκες παραμένουν υψηλές, το σύστημα στρέφεται περισσότερο στις θερμικές μονάδες, κυρίως σε εκείνες που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο. Το κόστος λειτουργίας τους είναι αυξημένο εξαιτίας των διεθνών τιμών του καυσίμου, μεταφέροντας την πίεση και στην αγορά ηλεκτρισμού.

Είναι ενδεικτικό ότι την Κυριακή οι ΑΠΕ συμμετείχαν στο ενεργειακό μίγμα με 46,6% και το φυσικό αέριο με 26,21%, αλλά η τελική τιμή ήταν σημαντικά χαμηλότερη. Το Σάββατο, οι ΑΠΕ περιορίστηκαν στο 43,8% και το φυσικό αέριο έφτασε στο 33,63%. Την Παρασκευή, όταν η μεγαβατώρα είχε διαμορφωθεί στα 162,73 ευρώ, οι ΑΠΕ κάλυπταν το 47% και το φυσικό αέριο το 34,64%.

Η σύγκριση επιβεβαιώνει ότι το ποσοστό συμμετοχής κάθε τεχνολογίας δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τη διαμόρφωση της τιμής. Εξίσου σημαντικά είναι το ημερήσιο προφίλ της κατανάλωσης και οι ώρες στις οποίες απαιτείται η λειτουργία ακριβότερων μονάδων.

Στη μεσαία ζώνη της Ευρώπης η Ελλάδα

Ανοδικά κινούνται και οι περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές μετά το Σαββατοκύριακο, με την Ελλάδα να τοποθετείται πλέον στη μεσαία ζώνη των τιμών.

Ακριβότερη εμφανίζεται η Ιταλία, όπου η τιμή προσεγγίζει τα 196 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σε παρόμοια επίπεδα με την Ελλάδα βρίσκονται η Βουλγαρία στα 169,7 ευρώ, η Ουγγαρία στα 170,3 ευρώ, η Ρουμανία στα 170,4 ευρώ, η Σλοβενία στα 169,7 ευρώ και η Σλοβακία στα 165,2 ευρώ.

Στον αντίποδα, σημαντικά χαμηλότερες τιμές καταγράφονται στην Ιβηρική Χερσόνησο. Η Ισπανία βρίσκεται στα 85,13 ευρώ ανά μεγαβατώρα και η Πορτογαλία στα 95 ευρώ. Στη Γαλλία η τιμή διαμορφώνεται στα 105,5 ευρώ, στη Γερμανία στα 143,2 ευρώ και στην Ολλανδία στα 141,9 ευρώ.

Οι μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις ευρωπαϊκές αγορές συνδέονται με το διαφορετικό ενεργειακό μίγμα κάθε χώρας, τη διαθεσιμότητα πυρηνικών, υδροηλεκτρικών και ανανεώσιμων μονάδων, τις δυνατότητες διασύνδεσης αλλά και το επίπεδο της ζήτησης.

Στα ύψη το φυσικό αέριο

Πρόσθετη πίεση προκαλεί η παραμονή του φυσικού αερίου στα υψηλότερα επίπεδα τουλάχιστον του τελευταίου έτους. Στον ολλανδικό κόμβο TTF, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά, τα συμβόλαια παράδοσης Σεπτεμβρίου έκλεισαν την Παρασκευή 21 Αυγούστου στα 66,45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας ημερήσια άνοδο σχεδόν 1%.

Η τιμή του φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής των ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων και, κατά συνέπεια, τη χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος. Όσο το καύσιμο παραμένει ακριβό, οι ώρες κατά τις οποίες οι μονάδες αερίου καλούνται να καλύψουν αυξημένο μέρος της ζήτησης γίνονται ιδιαίτερα κοστοβόρες.

Στην αγορά επικρατεί προβληματισμός και για την πορεία των ευρωπαϊκών αποθεμάτων ενόψει του χειμώνα. Η διαδικασία αναπλήρωσης έχει ξεκινήσει, ωστόσο πραγματοποιείται σε συνθήκες αυξημένων τιμών και έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Το ανοιχτό μέτωπο στη Μέση Ανατολή και η ανασφάλεια γύρω από τα Στενά του Ορμούζ διατηρούν τη νευρικότητα στις ενεργειακές αγορές. Εφόσον δεν υπάρξουν σαφείς ενδείξεις αποκλιμάκωσης, το κόστος του φυσικού αερίου και κατ’ επέκταση της ηλεκτρικής ενέργειας ενδέχεται να παραμείνει υπό ισχυρή πίεση.

Αγωνία για τους επόμενους λογαριασμούς

Η σημερινή εκτόξευση δεν μεταφέρεται αυτομάτως και αυτούσια στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Η διάρκεια, όμως, και η ένταση των ανατιμήσεων στη χονδρεμπορική αγορά επηρεάζουν το κόστος προμήθειας των εταιρειών και μπορούν να ασκήσουν πίεση στα κυμαινόμενα τιμολόγια των επόμενων περιόδων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η άνοδος αποτελεί μια προσωρινή διόρθωση μετά το φθηνότερο Σαββατοκύριακο ή την αρχή μιας νέας περιόδου υψηλών τιμών. Η ζήτηση, ο καιρός, η παραγωγή των ΑΠΕ και κυρίως η πορεία του φυσικού αερίου θα καθορίσουν την απάντηση.