Τρίτη ζώνη χαμηλότερων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη καθίστανται τα Βαλκάνια -μετά την Ιβηρική και τις σκανδιναβικές χώρες-, και μάλιστα με ουσιαστική συμβολή της Ελλάδας, όπως προκύπτει από μελέτη του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) που δόθηκε στη δημοσιότητα χθες Πέμπτη.
«Η Βουλγαρία και η Ελλάδα κινούνται στα 185 – 193€/MWh, χαμηλότερα από το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης που βρίσκεται στα 225 – 270€/MWh, ενώ η Ισπανία και η Πορτογαλία παραμένουν στα 178 – 184€/MWh και οι σκανδιναβικές αγορές ακόμη χαμηλότερα» τονίζεται στη μελέτη, στην οποία επισημαίνεται επιπλέον: «Η βαλκανική αυτή τάση δεν είναι τυχαία. Η Ελλάδα ενισχύει συνεχώς την ηλεκτροπαραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά, ενώ η Βουλγαρία συνδυάζει ένα μεγάλο ηλιακό δυναμικό με ταχεία ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης. Οι εξελίξεις αυτές αρχίζουν να μεταβάλλουν την οικονομική λειτουργία ενός ακόμη κατακερματισμένου περιφερειακού συστήματος ηλεκτρισμού. Το μήνυμα είναι σαφές. Η ΝΑ Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε μία από τις πιο ανθεκτικές και χαμηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας περιοχές της ηπείρου – αρκεί να ενισχυθεί η τάση με περισσότερες μπαταρίες, επιτάχυνση της αιολικής ενέργειας στη Βουλγαρία, δυναμική ανάπτυξη ΑΠΕ και αποθήκευσης στα Δυτικά Βαλκάνια και βαθύτερη περιφερειακή ενοποίηση των αγορών».
Ο πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του ΙΕΝΕ, καθηγητής Παντελής Μπίσκας ανέφερε ότι η επιτάχυνση της διείσδυσης της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα θα επιφέρει πρόσθετα οφέλη, αφενός με την αξιοποίηση της «πράσινης» υπερπαραγωγής ενέργειας, που σήμερα χάνεται, και αφετέρου με την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών στην αγορά που σήμερα έχουν υψηλό κόστος για τους Έλληνες καταναλωτές.
Σύμφωνα με τον κ. Μπίσκα, ο έλεγχος από την Πολιτεία του ρυθμού διείσδυσης της αποθήκευσης έχει ορισμένες αρνητικές αλλά και θετικές συνέπειες.
Στο πλαίσιο της παρουσίασης ο πρόεδρος του ΙΕΝΕ Κωστής Σταμπολής σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε προνομιακή θέση για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής κρίσης, καθώς τα διυλιστήρια προχώρησαν γρήγορα σε αντικατάσταση των ποσοτήτων που εισήγαγαν από τον Κόλπο με προμήθειες από χώρες όπως η Λιβύη, το Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν.












