Την απόφαση να κλείσει τις ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Γκρόνινγκεν έλαβε η ολλανδική κυβέρνηση. Η απόφαση αναμένεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου, ωστόσο η οριστική έγκριση θα ληφθεί σε ένα από τα επόμενα υπουργικά συμβούλια της τοπικής κυβέρνησης.
Το πεδίο του Γκρόνινγκεν θεωρείται το μεγαλύτερο στη δυτική Ευρώπη, διαδραματίζοντας καίριο ρόλο αφενός στις προμήθειες της γηραιάς ηπείρου, αφετέρου στα δημόσια οικονομικά της Ολλανδίας.
Η παραγωγή άρχισε το 1963, ωστόσο δύο δεκαετίες αργότερα οι ντόπιοι παρατήρησαν μια ξαφνική αλλαγή στη σεισμική δραστηριότητα της περιοχής. Αποτέλεσμα ήταν μέσα στη δεκαετία του ’80 να καταγραφούν εκατοντάδες δονήσεις άνω των 3,6 Ρίχτερ, προκαλώντας ζημιές σε χιλιάδες σπίτια.
Η κυβέρνηση, μετά τις επίμονες πιέσεις των κατοίκων, αποφάσισε αρχικά να παρατείνει τη λειτουργία των εγκαταστάσεων έως τον Οκτώβριο του 2024, επικαλούμενη τη γεωπολιτική κατάσταση και την ενεργειακή κρίση. Ωστόσο, χάρη στην άμβλυνση των πιέσεων στις τιμές και στα υψηλά αποθέματα αερίου, αποφασίστηκε η επίσπευση του κλεισίματος τον προσεχή Οκτώβριο.
Παράλληλα, ο Ολλανδός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε δεσμεύτηκε να αποζημιώσει τους κατοίκους με συνολικά 22 δισ. ευρώ, καθώς τα τελευταία 30 χρόνια τουλάχιστον 127.000 κατοικίες -σε σύνολο 327.000- έχουν υποστεί ζημιές. Από το 2012 δε, περισσότερα από 3.300 κτίρια έχουν γκρεμιστεί.
Όπως εκτιμούν οι ειδικοί, έως τον Οκτώβριο θα εξαχθούν από το συγκεκριμένο πεδίο έως και 2,8 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ενώ η ημερήσια παραγωγή θα κινείται στα ελάχιστα δυνατά επίπεδα.
Πάντως, η απόφαση για αναστολή λειτουργίας του Γκρόνινγκεν δεν είναι αμετάκλητη. Αν υπάρξει επιδείνωση της ενεργειακής κρίσης, οι ολλανδικές Αρχές θα ζητήσουν την επαναλειτουργία του εργοστασίου, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή και να εξασφαλιστεί η ενεργειακή ασφάλεια.
Άλλωστε, για την επαναλειτουργία του πεδίου απαιτείται ένα χρονικό διάστημα μόλις δύο εβδομάδων.













