ΑΔΜΗΕ: Απαραίτητες στα νησιά συμβατικές μονάδες σε εφεδρεία ακόμη και μετά τη διασύνδεση με το ηπειρωτικό σύστημα

Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των διασυνδέσεων με το ηπειρωτικό σύστημα, τα ελληνικά νησιά θα χρειαστούν συμβατικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Σύμφωνα με όσα προβλέπονται στα παραρτήματα του δεκαετούς προγράμματος ανάπτυξης του ΑΔΜΗΕ για την περίοδο 2024-2033, που δόθηκε σε διαβούλευση χθες από την ΡΑΑΕΥ, κατόπιν διερεύνησης κοινής Ομάδας ΑΔΜΗΕ-ΔΕΔΔΗΕ, για την Κρήτη προέκυψε η ανάγκη διατήρησης κατ’ ελάχιστον 200 MW συμβατικής ισχύος σε καθεστώς εφεδρείας εκτάκτων αναγκών.

Όπως αναφέρεται, για την πλήρη κάλυψη του φορτίου στο δυσμενέστερο ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας της DC διασύνδεσης, ιδίως αν συμβεί σε περίοδο υψηλού φορτίου συνδυαστικά με χαμηλή παραγωγή ΑΠΕ, ενδέχεται να απαιτηθεί και πρόσκαιρη λειτουργία έως και 400 MW συμβατικής ισχύος.

Όπως εκτιμάται, τα μεγέθη αυτά μπορεί σταδιακά να μειώνονται, ανάλογα με τον βαθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ ή και εγκατάστασης άλλων σταθμών (π.χ υβριδικοί σταθμοί).

Το πρόγραμμα του ΑΔΜΗΕ αναφέρει ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης – Αττικής μπορεί να καλύψει τις αιχμές φορτίου, ωστόσο κρίνεται απαραίτητο να παραμείνει στο νησί συμβατική παραγωγή σε καθεστώς εφεδρείας για την αντιμετώπιση περιπτώσεων μερικής απώλειας των διασυνδέσεων ή πρόσκαιρης απώλειας εξοπλισμού του συστήματος μεταφοράς, κατά τη διάρκεια των οποίων να καθίσταται επιβεβλημένη η λειτουργία συμβατικής ισχύος για λόγους ασφάλειας δικτύου (π.χ. στήριξη τάσεων).

Σε ό,τι αφορά τις Κυκλάδες, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της τέταρτης και τελευταίας φάσης της ηλεκτρικής διασύνδεσης, θεωρείται απαραίτητη η διατήρηση τουλάχιστον δύο υφιστάμενων Αυτόνομων Σταθμών Παραγωγής (ΑΣΠ) σε καθεστώς εφεδρείας, οι οποίοι θα τίθενται σε λειτουργία μόνο σε περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών.

Σε σχέση με το ύψος εφεδρείας προτείνεται να διατηρηθούν 100 ΜW για την κάλυψη και των δύο συγκροτημάτων των Βόρειων και των Νοτιοδυτικών Κυκλάδων, με βάση την εξέλιξη της ζήτησης για τον χρονικό ορίζοντα 2025-2050.

Από το μέγεθος αυτό εκτιμάται η ανάγκη διατήρησης εφεδρείας:

  • ύψους περί τα 50 MW στον ΑΣΠ Πάρου για την κάλυψη διαταραχών κυρίως στο συγκρότημα των Βόρειων Κυκλάδων, δεδομένου ότι ο σταθμός αυτός έχει το πλεονέκτημα ότι είναι χωροθετημένος κεντροβαρικά ως προς τα φορτία των διασυνδεόμενων νησιών και μπορεί να εξυπηρετήσει τις περισσότερες καταστάσεις έκτακτης λειτουργίας.
  • Προτείνεται η διατήρηση τοπικής παραγωγής ύψους αντίστοιχης ισχύος (50 MW) σε καθεστώς εφεδρείας στον ΑΣΠ Θήρας, που διαθέτει επίσης κεντροβαρική θέση ως προς τα φορτία και των δύο συγκροτημάτων. Η αναγκαιότητα διατήρησης αυτής της ισχύος σχετίζεται κυρίως με διαταραχές στο συγκρότημα των Νοτιοδυτικών Κυκλάδων.

Για τα έργα διασύνδεσης των Δωδεκανήσων και των νησιών του ΒΑ Αιγαίου, ο σχεδιασμός διασφαλίζει την απρόσκοπτη τροφοδοσία τους, τόσο σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας όσο και στις διαταραχές που περιλαμβάνουν απλή απώλεια (Ν-1) διασυνδέσεων εναλλασσόμενου ρεύματος, χωρίς να απαιτείται η λειτουργία τοπικής παραγωγής.

Σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών (π.χ. απώλεια ενός εκ των πόλων του συνδέσμου ΣΡ), προτείνεται η διατήρηση συμβατικής ισχύος σε κατάσταση εφεδρείας συνολικής ισχύος 145 MW, κατανεμημένης ως εξής: ΘΗΣ Ν. Ρόδου- 68 MW, ΑΣΠ Χίου ή ΑΣΠ Σάμου- 60 MW, ΑΣΠ Καρπάθου- 17 MW.