Ανάκαμψη αναμένεται αυτόν τον μήνα για τις εξαγωγές αργού πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή -μάλιστα, εκτιμάται ότι θα φτάσουν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων μηνών-, καθώς αυξάνεται η κυκλοφορία δεξαμενόπλοιων στο Στενό του Χορμούζ και οι βασικοί παραγωγοί μαζούτ -το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία και το Ομάν- έχουν προχωρήσει σε αύξηση των αποστολών από λιμάνια εκτός του Περσικού Κόλπου.
Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων που εξέτασε το πρακτορείο Reuters, οι εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή αναμένεται να αυξηθούν κατά 20% από τον Μάιο, φτάνοντας τον Ιούνιο τα 508.000 βαρέλια την ημέρα (bpd).
Η Σαουδική Αραβία αύξησε τις αποστολές πετρελαίου από το λιμάνι Γιανμπού στη Ερυθρά Θάλασσα, ενώ το Ιράκ άρχισε να εξάγει πετρέλαιο από το λιμάνι Μπανιάς της Συρίας για πρώτη φορά τον Μάρτιο. Οι εξαγωγές πετρελαίου του Ιράκ από το συριακό λιμάνι έφτασαν σε ιστορικό υψηλό, ξεπερνώντας τις 600.000 τόνους αυτόν τον μήνα.
Από την άλλη πλευρά, το Ομάν αυξάνει τις αποστολές πετρελαίου του και εκτιμάται ότι θα αποστείλει τους μεγαλύτερους όγκους των τελευταίων δύο ετών.
Οι αναμενόμενες αποστολές τον Ιούνιο, που ανέρχονται σε 2,4 εκατομμύρια μετρικούς τόνους, θα εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο μισό των όγκων αργού πετρελαίου που εξήγαγε η Μέση Ανατολή εκτός του Κόλπου πριν από τον πόλεμο. Συγκεκριμένα, έως τον Φεβρουάριο, οι παραγωγοί της Μέσης Ανατολής εξήγαγαν κατά μέσο όρο μεταξύ 5,5 και 6 εκατομμυρίων τόνων τον μήνα.
Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, παρά την αύξηση των αποστολών και τις περαιτέρω αυξήσεις που αναμένονται τις επόμενες εβδομάδες, οι όγκοι μαζούτ που εξέρχονται από τη Μέση Ανατολή ενδέχεται να μη φτάσουν σύντομα στα προπολεμικά επίπεδα. Οι ναυτιλιακές εταιρείες και οι traders αναμένεται να παραμείνουν επιφυλακτικοί εν μέσω της αυξημένης αβεβαιότητας σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Ενώ η Μέση Ανατολή αυξάνει τις αποστολές, η Σαουδική Αραβία συνεχίζει να αγοράζει μεγάλους όγκους ρωσικού αργού, καθώς η κρίση στο Χορμούζ έχει οδηγήσει σε κλείσιμο πηγαδιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και έχει μειώσει την εγχώρια προσφορά για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εν μέσω αυξανόμενων θερμοκρασιών.













