Σε ισχύ οι δασμοί 15%-50% του Καναδά σε αμερικανικά προϊόντα – Συνεχίζεται ο εμπορικός πόλεμος

Δασμούς από 15% έως 50% επέβαλε σήμερα Τρίτη ο Καναδάς σε εκατοντάδες προϊόντα από τις ΗΠΑ, καθώς ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ στοιχηματίζει ότι η αντιπαράθεση με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ θα ενισχύσει τελικά τη διαπραγματευτική θέση της Οτάβα έναντι του μεγαλύτερου εμπορικού της εταίρου.

Η κυβέρνηση Κάρνεϊ αύξησε τον εισαγωγικό δασμό σε πολλά προϊόντα χάλυβα από τις ΗΠΑ στο 50% -από 25%- και επέβαλε δασμούς σε μια σειρά καταναλωτικών αγαθών -μοτοσικλέτες, καλλυντικά, τυρί και άλλα- από τις 12:01 π.μ. ώρα Νέας Υόρκης.

Το μέτρο θα πλήξει ιδιαίτερα τους Αμερικανούς εξαγωγείς σε πολιτείες όπως το Μίσιγκαν και το Οχάιο, οι οποίες πραγματοποιούν σημαντικό όγκο εμπορίου με τον Καναδά και όπου διεξάγονται αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Πρόκειται για υπολογισμένο ρίσκο για τον Κάρνεϊ, ο οποίος πριν από έναν χρόνο κατάργησε πολλούς από τους ανταποδοτικούς δασμούς που είχε επιβάλει ο προκάτοχός του Τζάστιν Τριντό. Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν επανειλημμένως δηλώσει ότι δεν θα ανεχθούν αντίποινα και έχουν επισημάνει ότι μόνο δύο χώρες, ο Καναδάς και η Κίνα, έχουν χρησιμοποιήσει ανταποδοτικούς δασμούς.

Σύμφωνα με το πρακτορείο Bloomberg, Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν αρνηθεί να διευκρινίσουν πώς ή πότε ενδέχεται να αντιδράσει ο Τραμπ με νέα δικά του μέτρα.

«Οι ανταποδοτικοί δασμοί του Καναδά αποσκοπούν στο να καταστήσουν το κόστος αυτού του εμπορικού πολέμου αρκετά πραγματικό για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, ώστε η Ουάσινγκτον να έχει σαφές κίνητρο να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» δήλωσε ο Μπράιαν Κλο, ο οποίος διετέλεσε ανώτερος σύμβουλος για το εμπόριο και τις σχέσεις με τις ΗΠΑ επί Τριντό, συμπληρώνοντας: «Ο Καναδάς δεν επιβάλλει αυτούς τους δασμούς επειδή θέλει έναν εμπορικό πόλεμο. Επιβάλλει τους δασμούς επειδή θέλει να τελειώσει ο εμπορικός πόλεμος».

Αξίζει να σημειωθεί ότι χθες Δευτέρα, με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Τραμπ απείλησε να απαγορεύσει τις πωλήσεις αεροσκαφών της Bombardier Inc. στις ΗΠΑ, κατηγορώντας την καναδική εταιρεία ότι «ζει από τους Αμερικανούς αγοραστές». Η Bombardier διαθέτει περισσότερους από 2.800 προμηθευτές με έδρα στις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, το αεροσκάφος Global 7500 διαθέτει πτέρυγες που κατασκευάζονται στο Τέξας, ηλεκτρονικά συστήματα αεροναυτιλίας που κατασκευάζονται στην Αϊόβα και κινητήρες που κατασκευάζονται στην Ιντιάνα.

Αμερικανοί και Καναδοί διαπραγματευτές προσπαθούσαν επί εβδομάδες να καταλήξουν σε συμφωνία για τη μείωση των εμπορικών εντάσεων και φάνηκε ότι είχαν συμφωνήσει στους βασικούς όρους. Μάλιστα, στις 18 Αυγούστου ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχαν καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία και έδωσε τρεις ημέρες για να διευθετηθούν οι λεπτομέρειες. Ωστόσο, στη συνέχεια η συμφωνία κατέρρευσε.

Η αποτυχία των συνομιλιών πυροδότησε δύο εβδομάδες αλληλοκατηγοριών και επικρίσεων από τις δύο κυβερνήσεις. Κάθε πλευρά κατηγόρησε την άλλη ότι τορπίλισε τις συζητήσεις τις τελευταίες ώρες. Οι εκατέρωθεν αιχμές συνεχίστηκαν και το Σαββατοκύριακο: ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρομοίασε τον Καναδά στο Fox News με ένα «μικρό σκυλάκι που γαβγίζει» σε ένα πολύ μεγαλύτερο.

Ο Τραμπ εξαπέλυσε ακόμη μία συγκαλυμμένη απειλή την Κυριακή, γράφοντας σε ανάρτησή του στο Truth Social: «Η ανισορροπία του δολαρίου του Καναδά με τις ΗΠΑ είναι απαράδεκτη. Είναι έτσι εδώ και χρόνια — αλλά όχι πλέον!». Ο Λευκός Οίκος αρνήθηκε να διευκρινίσει τι εννοούσε.

Οι αμερικανικοί δασμοί 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων τέθηκαν σε ισχύ στις 22 Αυγούστου. Καναδοί αξιωματούχοι ανακοίνωσαν τις λεπτομέρειες των ανταποδοτικών δασμών τρεις ημέρες αργότερα, οι οποίοι αφορούν περίπου ισοδύναμη αξία αμερικανικών προϊόντων.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει απειλήσει να απαντήσει με πρόσθετα μέτρα κατά του Καναδά, ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω κλιμάκωση της εμπορικής διαμάχης. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι είναι πιθανές περισσότερες δασμολογικές επιβαρύνσεις, ακόμη και πλήρεις απαγορεύσεις σε ορισμένες εισαγωγές από τον Καναδά, αλλά το χρονοδιάγραμμα παραμένει ασαφές.